Η πιο ευκίνητη ουρά με επιπλα
Υπήρχαν τρία γκισέ με τις αντίστοιχες ουρές. Σύμφωνα με το νόμο του Μέρφι, σε όποια ουρά με επιπλα κι αν βρίσκεται κανείς, οι παρακείμενες κινούνται πάντα γρηγορότερα, γι’ αυτό και διάλεξε μια στην τύχη. Παραδόξως, η ουρά που επέλεξε ήταν η πιο ευκίνητη. Σε λίγο θα έφτανε στο γκισέ. Τότε θυμήθηκε τον Άγγελο να αναφέρεται στο θέμα: «Άκου. Μία ώρα την ημέρα οι Αθηναίοι την περνούν στις ουρές τραπεζών, ταμείων, δημοσίων υπηρεσιών και δε συμμαζεύεται. Επίσης μιάμιση ώρα στα φανάρια και κολλημένοι στην κίνηση του δρόμου. Και, τέλος, μισή ώρα για να βρουν να παρκάρουν. Σύνολο: τρεις ώρες. Ήτοι το ένα όγδοο της ημέρας. Αν δηλαδή ζήσουν ογδόντα χρόνια, τα δέκα από αυτά θα βλέπουν την πλάτη ενός αυτοκινήτου ή ενός ανθρώπου. Το πιστεύεις; Το μόνο πράγμα που μου έρχεται στο μυαλό είναι η “τα επιπλα” του Μουνχ». Είδε την πλάτη του παχύσαρκου Γερμανού που βρισκόταν μπροστά του να απομακρύνεται. Μα, πριν προλάβει να χαρεί, η υπάλληλος έβαλε ένα ταμπελάκι που έγραφε «κλειστό» στα αγγλικά.
Το μυστικό της προέλευσης των αξεσουαρ στην βίλα Ανοιξη
«Θεωρώ ανυπερθέτως ότι η εχεμύθεια σας θα αρθεί στο ύψος των περιστάσεων. Σας μίλησε εξάλλου σχετικά ο προϊστάμενος μου. Ο κύριος, με το περίεργο όνομα που μου διαφεύγει, που έκανε το διακανονισμό μας για τα επιπλα, διαβεβαίωσε για την ειλικρίνεια σας. Δεν έχω κανένα λόγο να την αμφισβητήσω, αλλά οφείλω να τονίσω ότι πρόκειται για μια πολύ λεπτή περίπτωση». Ο βοηθός επανέλαβε με υπομονή τους όρκους και τις διαβεβαιώσεις που είχε δώσει για τη μυστικότητα που έπρεπε να κρατηθεί για την προέλευση των αξεσουαρ. Όταν απομακρύνθηκε μαζί με τα νεοαποκτηθέντα παιχνιδια άφησε πίσω του έναν αναποφάσιστο άνθρωπο. Αναποφάσιστο για το αν θα έπρεπε να εμπιστευτεί ή όχι τις δυσοίωνες προβλέψεις του ενστίκτου του. Το χειροποίητο επιπλο, που ο ίδιος ονόμαζε «ασχημόπαπο», έμελλε τα επόμενα χρόνια να γίνει το κύριο μέλημα του. Το πάθος και ο πυρετός του. Και όχι μόνο του ίδιου. Όμως κράτησε την υπόσχεση του. Αμέσως μετά την έξοδο του από τη βίλα Άνοιξη πήρε ξανά στα χέρια του το παράξενο σετ. Στο επάνω καπάκι βρήκε κολλημένη μια ετικέτα “νεα επιπλα” έγραφε, χωρίς να αναφέρει τα στοιχεία του κατασκευαστεί, σε κάθε περίπτωση κάτι τέτοιο δεν θεωρείται πρέπον.
Εξαιρετικα παιχνίδια από έναν ταλαντούχο παίκτη
Του είχε διδάξει από μικρό παιδί τις κινήσεις στα επιπλα, του είχε δώσει εγχειρίδια να μελετήσει, τον προπονούσε. Σιγά σιγά, γοητευμένος από την πολυπλοκότητα του παιχνιδιού, έπεσε με τα μούτρα στη μελέτη. Γρήγορα αποδείχτηκε ότι είχε ιδιαίτερη κλίση. Είχε μάλιστα κερδίσει και σ’ ένα σχολικό πρωτάθλημα. Όμως οι συμβουλές του δεν άφηναν τα μυαλά του να πάρουν αέρα. Έμαθε από μικρός να είναι ευγενής με τους αντιπάλους του. Έμαθε να βλέπει την παρτίδα σαν έναν πνευματικό διαξιφισμό όπου θα επικρατούσε ο καλύτερα προετοιμασμένος, ο πιο συγκεντρωμένος, αυτός που θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί τα επιμέρους πλεονεκτήματα του με τον καλύτερο τρόπο. Έτσι το παιχνίδι του απέκτησε σύντομα μια τίμια καθαρότητα. Δε χρησιμοποιούσε ποτέ φτηνές παγίδες ή πονηρές ατραπούς περιμένοντας το γλίστρημα του αντιπάλου του. Τα σχέδια του είχαν μια κρυστάλλινη διαύγεια, που ήταν αντανάκλαση του εσωτερικού του κόσμου. Τα επιπλα είχαν καθαρές γραμμές, σχέδια αρχαιοπρεπή αλλά και μοντέρνα, άριστη προσαρμογή στον χώρο και πρωτότυπες λύσεις. Με τον καιρό εξελίχτηκε σε παίχτη πρώτης γραμμής και ήδη στα δεκαεπτά του είχε γίνει διεθνής, δυνατός δηλαδή με πολλές επιτυχίες επί σημαντικών αντιπάλων. Στο σπίτι του υπήρχε μια τροπαιοθήκη όπου συσσωρεύονταν κύπελλα και μετάλλια. Φυσικά, είχε γίνει από καιρό καλύτερος από το δάσκαλο του. Χαιρόταν για την ιδιαίτερη αυτή κλίση του, η οποία, παρότι δεν το παραδεχόταν, ήταν έργο των δικών του προσπαθειών. Δεν έπαυε όμως ποτέ να συμβουλεύει το νεαρό : «Το πιο σημαντικό πράγμα που μαθαίνεις από τα επιπλα δεν είναι το πώς να κερδίζεις. Το πιο σημαντικό είναι να μάθεις να χάνεις»
Απροσδόκητα αντικειμενα, απρόσμενες αποκαλύψεις, παιχνίδια με φως.
Μπήκα με φόρα μέσα στο σπίτι και άρχισα να ψάχνω ένα ένα τα επιπλα . Τι έψαχνα ούτε κι εγώ ήξερα. Μέχρι που μέσα σ’ ένα μπουφε βρήκα μια υπέροχη καρυδί μινιατούρα. Έτσι ακριβώς όπως μου είχε περιγράψει την μινιατούρα. Είχε απίθανο σχέδιο. Έτσι όπως μου φάνηκε κι εμένα εκείνο το βράδυ. Πώς αισθάνεται κάποιος που περπατάει πάνω σε αναμμένα κάρβουνα και δεν είναι
αναστενάρης; Έτσι κι εγώ. Δε με χωρούσε το σπίτι. Έκοβα βόλτες νευρικά πάνω κάτω, προσπαθώντας να βάλω σε τάξη τις σκέψεις μου. Μετά το μπρελόκ. Τέτοια σύμπτωση; Σπέτσες είπε εκείνη, Σπέτσες έγραφε το μπρελόκ. Άρχισα να μετράω τις ώρες απουσίας του από το σπίτι για δουλειά και την απουσία χρημάτων από τις τσέπες, που κανονικά, έτσι όπως δούλευε, έπρεπε να ξεχειλίζουν. Ύστερα θυμήθηκα εκείνη την απόδειξη από το καφέ της Γλυφάδας που είχε χτυπηθεί σε ώρα που θα έπρεπε να βρίσκεται στα βόρεια προάστια και όχι στα νότια. Ηταν βέβαιο ότι εκείνη η μινιατούρα έπαιξε κάποιο ρόλο, τα επιπλα ήταν όλα τα ίδια, αλλά κάτι τους δίνει μια διαφορετική όψη.
μπάρ λεπτομέρειες
Έφυγα σχεδόν τρέχοντας. Πώς δε μου είχε περάσει κάτι τέτοιο από το μυαλό; δεν ήταν τα επιπλα το πρόβλημα. Αν είχε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και δεν ήθελε να με φορτώσει με αυτά, τότε προφανώς προσπαθούσε με τον τρόπο του να με αποτρέψει από το να τον φέρω σε δύσκολη θέση. Ίσως προσπαθούσε έτσι να με προστατέψει από τα παιχνιδια της τύχης. Δεν έβλεπα την ώρα να γυρίσω στο σπίτι μας.
Ανοιξα με λαχτάρα την πόρτα του διαμερίσματος γύρω στις εννέα και μισή. Τα φώτα ήταν σβηστά. πάτησα το διακόπτη. Το πρώτο πράγμα που πρόσεξα ήταν πως ο δίσκος δεν ήταν πάνω στο τραπεζι. Βρήκα το δίσκο πλυμένο μαζί με τα πιάτα και τα ποτήρια στην κουζινα. Δε βρήκα όμως τον ίδιο. Δεν είχε φάει τίποτα από το ψυγείο. Προφανώς, τσατισμένος όπως ήταν, θα είχε πάει στη μαμά του. Τον πήρα στο κινητό. Ήταν απενεργοποιημένο. Ήταν ακόμη θυμωμένος, τα επιπλα του έφταιγαν, τα ειδη υγιεινής, δεν ξέρω . Έκανα ένα μπάνιο και μετά, κουρασμένη όπως ήμουν, ξάπλωσα στον καναπε και άνοιξα την τηλεόραση. Γύρω στις έντεκα και μισή άρχισα να νυστάζω. Πήγα στην κρεβατοκαμαρα, αφού πρώτα έστρωσα το τραπέζι στην κουζίνα και σέρβιρα φαγητό που είχα πάρει από τη μαμά. Το πρωί τον βρήκα να κοιμάται δίπλα μου. Είδηση δεν πήρα τι ώρα γύρισε.
τα επιπλα της νιότης μου
Όμως, τα χρόνια που ακολούθησαν, δεν έπαψα να γυροφέρνω στη μνήμη μου εκείνη τη συνάντηση με όλο το σημαδιακό της περιεχόμενο, είχαν θαμπώσει βέβαια οι αναμνήσεις, προσπαθούσα να θυμηθώ λεπτομέρειες, τη χροιά της φωνής της, τα λεπτά χέρια της με τους λεκέδες των γηρατειών, τόσο ανακουφιστικό στο άγγιγμά τους, την αγωνία της για τα μελλούμενα, τα μάτια της που άγγιζαν και χάιδευαν και μαλάκωναν την ψυχή μου.
«Μην αφήνεις το σαλόνι μου από τα μάτια σου, καλή μου, σε εσένα απευθύνομαι, εσένα σε ευλόγησε ο Θεός να υπομένεις τη μοναξιά σου, σου δώρισε αγνή καρδιά, για να βοηθάς και να βοηθάς τους ανθρώπους, γι, αυτό σε κάλεσα, μόνο εσένα, μην, αφήσεις κανέναν να σου καταστρέψει αυτό το άγιο δώρο. Δε θέλω να σου γκρεμίσω τους ανθρώπους σου από τα βάθρα τους», συνέχισε, «θέλω να θυμηθώ πως ήταν τα επιπλα σου, οι καρέκλες και τα έπιπλα του εφηβικού σου δωματίου, τι ήταν εκείνο που τα έκανε να ξεχωρίζουν, ο φωτισμός; το σχέδιο; κάτι άλλο;» είπε κι έφυγε.
-
Recent
-
Links
-
Archives
- January 2012 (1)
- October 2011 (3)
- September 2011 (2)
-
Categories
-
RSS
Entries RSS
Comments RSS